Βάπτιση / βάφτιση - ετυμολογία
Ετυμολογία της λέξης «βάπτιση / βάφτιση» από το λεξικό του καθηγητή Γ. Μπαμπινιώτη:
βάπτιση [μτγν.] κ. βάφτιση (η) {-ης κ. ίσεως | -ίσεις | ίσεων}
1. ένα από τα επτά μυστήρια της Ορθόδοξης Εκκλησίας, κατά το οποίο ο ιερέας βυθίζει τρείς φορές
στο αγιασμένο νερό κολυμβήθρας το βρέφος ή γενικότ. αυτόν που δέχεται στους κόλπους της,
δίνοντας του το κύριο όνομα του (βαπτιστικό).
2. (συνεκδ.) η θρησκευτική τελετή κατά την οποία γίνεται το παραπάνω μυστήριο ήρθε πολύς κόσμος
στη βάπτιση || αρχίζει / τελειώνει η βάπτιση
3. (με κεφ.) το εικονογραφικό θέμα που αναπαριστά τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού από τον Ιωάννη
τον Βαπτιστή.
Επίσης (λαϊκ.) βαφτίσια(τα)(σημ.2).
Η παραπάνω ετυμολογία της λέξης «βάπτιση / βάφτιση» προέρχεται από το:
ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ
ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ
ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ Ε.Π.Ε.